Προς μια νέα τάξη ελέγχου των ροών ενέργειας;
Η γεωοικονομία του 21ου αιώνα και η αναδιαμόρφωση της παγκόσμιας ισχύος.
Γράφει ο Γιώργος Ατσαλάκης Οικονομολόγος, Αναπληρωτής Καθηγητής Πολυτεχνείου Κρήτης
Για περισσότερο από μισό αιώνα η παγκόσμια ισχύς βασιζόταν σε μια σχετικά απλή εξίσωση: όποιος διέθετε τους ενεργειακούς πόρους, επηρέαζε την παγκόσμια οικονομία.
Σήμερα, όμως, αυτή η εξίσωση αλλάζει. Η πραγματική ισχύς δεν βρίσκεται πλέον αποκλειστικά στην κατοχή πετρελαίου ή φυσικού αερίου, αλλά στον έλεγχο των ροών τους. Δεν αρκεί να διαθέτεις ενεργειακά αποθέματα· πρέπει να μπορείς να τα μεταφέρεις, να τα ασφαλίζεις, να τα χρηματοδοτείς και να τα εντάσσεις σε ένα παγκόσμιο δίκτυο εμπορίου.
Η πρόσφατη κρίση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών, Ισραήλ και Ιράν αποτέλεσε ίσως το σημαντικότερο γεωοικονομικό γεγονός της τελευταίας δεκαετίας, διότι αποκάλυψε ότι η παγκόσμια οικονομία εισέρχεται σε μια νέα εποχή. Η εποχή αυτή δεν χαρακτηρίζεται πλέον μόνο από ανταγωνισμό κρατών αλλά από ανταγωνισμό δικτύων: δικτύων ενέργειας, θαλάσσιων διαδρόμων, αλυσίδων εφοδιασμού, χρηματοπιστωτικών ροών και τεχνολογικών υποδομών.
Η κρίση στα Στενά του Ορμούζ κατέδειξε με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο αυτή τη νέα πραγματικότητα. Ένα σχετικά στενό θαλάσσιο πέρασμα ανάμεσα στο Ιράν και το Ομάν μετατράπηκε μέσα σε λίγες ώρες στο σημαντικότερο σημείο της παγκόσμιας οικονομίας. Από εκεί διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας κατανάλωσης πετρελαίου και σημαντικό ποσοστό του υγροποιημένου φυσικού αερίου που τροφοδοτεί την Ασία και την Ευρώπη. Όταν οι ροές αυτές απειλήθηκαν, οι επιπτώσεις δεν περιορίστηκαν στις αγορές ενέργειας. Επηρεάστηκαν τα ναύλα, τα ασφάλιστρα κινδύνου, ο πληθωρισμός, οι αλυσίδες εφοδιασμού, ακόμη και η παγκόσμια αγροτική παραγωγή.
Αυτό ακριβώς αποτελεί τη μεγάλη διαφορά μεταξύ της παλιάς και της νέας γεωοικονομίας. Στον 20ό αιώνα ο έλεγχος του πετρελαίου σήμαινε έλεγχο των κοιτασμάτων. Στον 21ο αιώνα σημαίνει έλεγχο της διακίνησής του.
Η κρίση αποκάλυψε επίσης μια δεύτερη σημαντική πραγματικότητα. Ο κόσμος δεν ξέμεινε από πετρέλαιο. Αναγκάστηκε όμως να αναζητήσει νέους προμηθευτές. Έτσι, η Βόρεια Αμερική βρέθηκε ξαφνικά στο επίκεντρο της παγκόσμιας ενεργειακής αγοράς. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, ο Καναδάς και, μέσω των εξελίξεων στη Βενεζουέλα, ένα σημαντικό μέρος των μεγαλύτερων παγκόσμιων αποθεμάτων πετρελαίου απέκτησαν ακόμη μεγαλύτερη γεωοικονομική σημασία.
Η Βενεζουέλα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Παρά τη βαθιά οικονομική κρίση των τελευταίων ετών, εξακολουθεί να διαθέτει τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο. Εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες ενισχύσουν την επιρροή τους στη διαχείριση των εξαγωγών της χώρας, τότε δημιουργείται ένας νέος ενεργειακός άξονας που μεταβάλλει τις ισορροπίες της αγοράς. Το επίκεντρο της προσφοράς μετακινείται σταδιακά από τον Περσικό Κόλπο προς τη Βόρεια Αμερική.
Η εξέλιξη αυτή έχει βαθύτερες οικονομικές συνέπειες. Οι μεγαλύτερες βιομηχανικές οικονομίες του κόσμου –η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα, η Κίνα και οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης– εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις ενεργειακές εισαγωγές. Όταν οι παραδοσιακές διαδρομές διαταράσσονται, η ανάγκη εξεύρεσης νέων πηγών μετατρέπει τον προμηθευτή σε στρατηγικό εταίρο.
Εδώ εμφανίζεται η ουσία της νέας γεωοικονομίας. Η ενέργεια δεν είναι απλώς ένα εμπόρευμα. Είναι ο μηχανισμός μέσω του οποίου διαμορφώνονται οι χρηματοπιστωτικές ροές, οι συναλλαγματικές ισορροπίες και οι διεθνείς συμμαχίες.
Δεν είναι τυχαίο ότι οι ίδιες χώρες που τα τελευταία χρόνια προσπαθούσαν να διαφοροποιήσουν τα συναλλαγματικά τους αποθέματα από το αμερικανικό δολάριο, βρέθηκαν ξανά να χρειάζονται αμερικανικό πετρέλαιο, αμερικανικό LNG και αμερικανικές ενεργειακές υποδομές. Η ενεργειακή εξάρτηση μετατρέπεται εύκολα σε χρηματοπιστωτική εξάρτηση.
Αυτό συνδέεται άμεσα και με τη θέση του δολαρίου στο διεθνές νομισματικό σύστημα. Για πολλά χρόνια αναλυτές προέβλεπαν ότι το αυξανόμενο αμερικανικό δημόσιο χρέος θα οδηγούσε σταδιακά στην υποχώρηση του δολαρίου ως παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος. Ωστόσο, όσο οι διεθνείς ενεργειακές συναλλαγές εξακολουθούν να πραγματοποιούνται σε δολάρια και όσο η Βόρεια Αμερική αποκτά μεγαλύτερο ρόλο στην παγκόσμια ενεργειακή αγορά, η ζήτηση για δολάρια παραμένει υψηλή.
Με άλλα λόγια, η γεωοικονομία επηρεάζει άμεσα και το διεθνές νομισματικό σύστημα.
Η κρίση ανέδειξε και μια ακόμη διάσταση που συχνά υποτιμάται. Οι ίδιες θαλάσσιες οδοί που μεταφέρουν πετρέλαιο μεταφέρουν επίσης φυσικό αέριο, λιπάσματα, αμμωνία, φωσφορικά άλατα, βιομηχανικά αέρια, πρώτες ύλες για τη χημική βιομηχανία, ακόμη και κρίσιμα υλικά για την παραγωγή ημιαγωγών.
Στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Η παραγωγή προηγμένων μικροκυκλωμάτων εξαρτάται από πολύπλοκες παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού. Η διακοπή μιας ενεργειακής διαδρομής μπορεί να επηρεάσει όχι μόνο την τιμή του πετρελαίου αλλά και την παραγωγή υπολογιστικών συστημάτων υψηλών επιδόσεων, την ανάπτυξη μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης και τη λειτουργία ολόκληρης της ψηφιακής οικονομίας.
Έτσι, η νέα γεωοικονομία συνδέει την ενέργεια με την τεχνολογία. Η χώρα που μπορεί να διασφαλίσει την απρόσκοπτη λειτουργία αυτών των δικτύων αποκτά τεράστιο στρατηγικό πλεονέκτημα. Παράλληλα, η συμφωνία αποκλιμάκωσης μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν έδειξε ότι ακόμη και οι πιο έντονες γεωπολιτικές συγκρούσεις καταλήγουν τελικά στην ανάγκη προστασίας των ενεργειακών ροών. Η επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, η επανέναρξη συνομιλιών για το πυρηνικό πρόγραμμα και η ενεργότερη συμμετοχή ευρωπαϊκών χωρών στην ασφάλεια της περιοχής δείχνουν ότι κανένα μεγάλο οικονομικό σύστημα δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς σταθερότητα στις θαλάσσιες μεταφορές.
Το ενδιαφέρον είναι ότι η Ευρώπη, η οποία τα τελευταία χρόνια επεδίωκε μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία, βρέθηκε ξανά να εξαρτάται από αμερικανικές ενεργειακές προμήθειες. Παράλληλα, η Κίνα, που επιδιώκει εδώ και δύο δεκαετίες να οικοδομήσει μια περισσότερο ανεξάρτητη γεωοικονομική αρχιτεκτονική, είδε να διαταράσσονται τόσο οι ενεργειακές της διαδρομές όσο και μέρος της στρατηγικής της στη Βενεζουέλα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δημιουργείται μια νέα μονοπολική παγκόσμια τάξη. Σημαίνει όμως ότι οι ενεργειακές κρίσεις επιταχύνουν τη μεταφορά ισχύος προς εκείνον που μπορεί να εγγυηθεί ασφαλείς και αξιόπιστες ροές. Και σε αυτά τα δίκτυα αναζητούν όλοι πρόσβαση. Πρόσβαση σε θαλάσσιες οδούς. Πρόσβαση σε αγορές. Πρόσβαση σε κεφάλαια. Πρόσβαση σε τεχνολογία. Πρόσβαση σε δεδομένα. Πρόσβαση σε δίκτυα τεχνητής νοημοσύνης και αλυσίδες εφοδιασμού. Το κράτος που αποκόπτεται από αυτά τα δίκτυα μπορεί να παραμένει στρατιωτικά επικίνδυνο, αλλά οικονομικά αποδυναμώνεται.
Η ιστορία δείχνει ότι οι μεγάλες δυνάμεις δεν κυριαρχούν μόνο επειδή διαθέτουν στρατό ή οικονομικό μέγεθος. Κυριαρχούν όταν μπορούν να παρέχουν δημόσια αγαθά στο διεθνές σύστημα. Στον 19ο αιώνα αυτό ήταν η προστασία των θαλάσσιων εμπορικών δρόμων. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν η δημιουργία μιας διεθνούς τάξης βασισμένης σε θεσμούς και κανόνες. Σήμερα, το νέο δημόσιο αγαθό φαίνεται να είναι η ασφάλεια των παγκόσμιων ενεργειακών και τεχνολογικών δικτύων.
Η νέα γεωοικονομία αλλάζει και την έννοια της ισχύος. Δεν αρκεί πλέον να διαθέτεις μεγάλες ενεργειακές ποσότητες. Χρειάζεται να διαθέτεις αξιόπιστους θεσμούς, χρηματοπιστωτική σταθερότητα, ασφαλείς θαλάσσιες μεταφορές, προηγμένες τεχνολογίες και δυνατότητα διαχείρισης σύνθετων διεθνών δικτύων.
Σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, η προβλεψιμότητα αποκτά ιδιαίτερη αξία. Οι επενδύσεις κατευθύνονται προς τις χώρες που προσφέρουν σταθερούς κανόνες. Οι αγορές επιβραβεύουν την αξιοπιστία. Οι ενεργειακές εταιρείες επενδύουν εκεί όπου μειώνεται ο γεωπολιτικός κίνδυνος.
Ίσως, λοιπόν, το πραγματικό ερώτημα να μην είναι αν δημιουργείται μια νέα τάξη ελέγχου των ενεργειακών ροών. Η νέα αυτή τάξη φαίνεται ήδη να διαμορφώνεται.
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι ποιος θα καθορίζει τους κανόνες της. Θα πρόκειται για ένα σύστημα συνεργασίας βασισμένο σε διεθνείς θεσμούς ή για ένα σύστημα όπου οι μεγάλες δυνάμεις θα χρησιμοποιούν την ενέργεια ως μέσο άσκησης γεωπολιτικής πίεσης;
Η απάντηση θα καθορίσει όχι μόνο το μέλλον των αγορών ενέργειας αλλά και τη μορφή της παγκόσμιας οικονομίας τις επόμενες δεκαετίες. Σε κάθε περίπτωση, ένα συμπέρασμα είναι ήδη σαφές: στον 21ο αιώνα η ισχύς δεν θα μετριέται μόνο από τα κοιτάσματα πετρελαίου ή το μέγεθος των στρατών. Θα μετριέται από την ικανότητα μιας χώρας να ελέγχει, να προστατεύει και να διαχειρίζεται τις παγκόσμιες ροές ενέργειας, δεδομένων, τεχνολογίας και εμπορίου. Και σε αυτό το νέο γεωοικονομικό περιβάλλον, ο έλεγχος των ροών είναι πιθανό να αποδειχθεί πολύ σημαντικότερος από την κατοχή των ίδιων των πόρων.
πηγή:huffingtonpost.gr

