Οδοιπορικό. Το χώμα που θυμάται, ένα ταξίδι στην Άρτα του συγγραφέα Πέτρου Κασιμάτη

18.08.2026

Η Άρτα του Δεσποτάτου και το χώμα που θυμάται: Ένα ταξίδι στο 1821.

Υπάρχουν πόλεις που σε υποδέχονται με μνημεία. Και υπάρχουν πόλεις που σε υποδέχονται με μια αίσθηση —μια βαρύτητα στον αέρα, μια αργή ανάσα πέτρας και νερού— που σε προετοιμάζει για όσα θα δεις πριν καν τα δεις. Η Άρτα είναι από τις δεύτερες. Έφτασα εκεί με ορμητήριο ένα ξενοδοχείο-έκπληξη: το Βυζαντινό. Δεν περίμενα να με εντυπωσιάσει τόσο η αισθητική του —όχι η επιτηδευμένη πολυτέλεια που βλέπεις παντού πια, αλλά μια αφαίρεση με σεβασμό στο παρελθόν, σαν να είχε κι αυτό μελετήσει τη γειτονιά του, το γεφύρι, τους ναούς, πριν αποφασίσει πώς θα ντυθεί. Στέκεται σαν να ζητά συγγνώμη που είναι καινούργιο, ανάμεσα σε τόσα αποτυπώματα μιας Βυζαντινής πόλης.

Ξενοδοχείο Βυζαντινό

Ο ιδιοκτήτης του Γιάννης  Κουτσούμπας δημιούργησε αυτό που είχε ανάγκη η πόλη: Το δικαίωμα στην πολύχρυση ιστορία της. Κι όσα μας ορίζει η επιστήμη της Κοινωνιολογίας για την παράδοση: «Τα επίλεκτα στοιχεία παρελθόντων πολιτισμών κι η ενσωμάτωσή τους με το σύγχρονο τοπίο».  Αυτό το μεγαλειώδες κατάφερε ο Γ.Κουτσούμπας. Γιατί η Άρτα, πριν απ’ όλα, είναι μια πόλη Βυζαντινή. Πρωτεύουσα του Δεσποτάτου της Ηπείρου, ένα από τα ελληνικά κρατίδια που αναδύθηκαν μέσα από τα ερείπια της Άλωσης του 1204, όταν η Κωνσταντινούπολη έπεσε στους Σταυροφόρους και ο ελληνισμός αναγκάστηκε να ξαναφανταστεί τον εαυτό του σε κομμάτια. Η Παρηγορήτισσα υψώνεται ακόμα στην καρδιά της πόλης με τους θόλους της να στηρίζονται σε κίονες αρχαίους, κλεμμένους από ναούς που δεν υπάρχουν πια —ένα παλίμψηστο πάνω σε παλίμψηστο. Ο Άγιος Βασίλειος, η Καλού Παναγιά, τα ερείπια του κάστρου: η πόλη κουβαλάει το Βυζάντιο όχι σαν μουσειακό έκθεμα, αλλά σαν ραχοκοκαλιά. Κι όμως, όσο περπατούσα κάτω από τις καμάρες και κοιτούσα το περίφημο γεφύρι με τους θρύλους του, ένιωθα ότι κάτι άλλο με τραβούσε έξω από την πόλη. Κάτι πιο πρόσφατο, πιο σκληρό, πιο άμεσο. Το 1821. Ή, ακριβέστερα, το 1822 —γιατί εκεί, λίγα χιλιόμετρα από τα τείχη της Άρτας, γράφτηκε ένα από τα πιο σπαρακτικά κεφάλαια της Επανάστασης.

Στο Κομπότι: η μέρα που οι Έλληνες νίκησαν το Τουρκικό ιππικό.

Πρώτος σταθμός, το Κομπότι. Ένα χωριό σαν τόσα άλλα της Άρτας, με τις πλατείες του, τα καφενεία του, τη σιωπή του μεσημεριού. Κι όμως εκεί, τον Ιούλιο του 1822, οι Έλληνες αγωνιστές πέτυχαν μια νίκη που σπάνια χωράει σε μια αράδα σχολικού βιβλίου: απέκρουσαν τις δυνάμεις του Κιουταχή, έδωσαν στην Επανάσταση μια ανάσα αισιοδοξίας μέσα στην περιοχή. Ήταν η μέρα που η ελπίδα φάνταζε εφικτή. Περπατώντας στο χωριό, δύσκολα φαντάζεσαι το μπαρούτι και τις κραυγές —όλα είναι τόσο ήσυχα τώρα. Κι αυτό ακριβώς είναι το παράδοξο κάθε τέτοιου τόπου: η ειρήνη του σήμερα χτίστηκε πάνω στη βία του τότε, και τίποτα στο τοπίο δεν το φωνάζει, εκτός από μια πλάκα, μια επιγραφή, ένα όνομα σκαλισμένο. Στην πλατεία του χωριού μια εκκλησία με ιστορίες αιώνων. Στο χαγιάτι έξω απ’ το ναό οι συνάξεις των οπλαρχηγών: Από τον Καραϊσκάκη μέχρι τους Σουλιώτες του Μάρκου Μπότσαρη . Μέσα στο ναό ,ασύλληπτες στη φαντασία μας αγιογραφίες κι ένα κρυφό σχολειό. Πιο κάτω το Στρατόπεδο των Φιλελλήνων και το νοσοκομείο που είχε στήσει ο Φιλέλληνας Γερμανός Ελστερ. Ο άνθρωπος που στον αφανισμό της μάχης του Πέτα, έχασε τις σημειώσεις του αγώνα κι από μνήμης μετά συγκέντρωσε όλες τις πολύτιμες μαρτυρίες κι εκδόθηκε το μνημειώδες βιβλίο «Το Τάγμα των Φιλελλήνων».

Το Πέτα: εκεί που η γενναιότητα δεν είχε όρια. Το χωριό-νεκροταφείο Φιλελλήνων.

Και μετά, το Πέτα. Αν το Κομπότι είναι η μέρα της νίκης, το Πέτα είναι η μέρα του πένθους —και τα δύο, απόσταση αναπνοής το ένα από το άλλο. Στις 4 (16) Ιουλίου 1822, στα υψώματα γύρω από αυτό το χωριό, συγκεντρώθηκε το πρώτο τακτικό σώμα της Ελληνικής Επανάστασης: λίγες εκατοντάδες άνδρες οργανωμένοι κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα, υπό τον Γερμανό στρατηγό Κάρολο φον Νόρμαν και τον Ιταλό Πιέτρο Ταρέλα, μαζί με το περίφημο Τάγμα των Φιλελλήνων —άνδρες που είχαν αφήσει σπίτια, οικογένειες, ασφάλεια σε όλη την Ευρώπη για να πολεμήσουν και ίσως να πεθάνουν για μια χώρα που δεν ήταν καν δική τους. Γερμανοί, Ιταλοί, Γάλλοι, Πολωνοί, Ελβετοί, ακόμα και Άγγλοι και Ρώσοι: ένα μικρό σύμπαν φιλελληνισμού, θαρραλέο μέχρι αφέλειας. Ο Κιουταχής επιτέθηκε με χιλιάδες άνδρες. Η μετωπική επίθεση αποκρούστηκε στην αρχή. Όμως η προδοσία —ή η ατυχία, οι ιστορικοί ακόμα διαφωνούν— άνοιξε την πλευρά του ελληνικού στρατοπέδου, και το τακτικό σώμα βρέθηκε περικυκλωμένο. Από τους 93 Φιλέλληνες, οι 68 έπεσαν νεκροί εκείνη τη μέρα.  Στο Ναό του Αγ.Γεωργίου οι ξιφομαχίες Πολωνών Φιλελλήνων κι Οθωμανών εκτυλίσσονταν στο καμπαναριό της εκκλησίας και στη στέγη του ναού!!! Όλοι νεκροί. . Ο Ιταλός Ταρέλα σκοτώθηκε πολεμώντας. Ο Γερμανός Νόρμαν τραυματίστηκε βαριά, επέζησε της μάχης αλλά πέθανε λίγους μήνες αργότερα στο Μεσολόγγι από τις πληγές του. Λέγεται πως, φτάνοντας στο στρατόπεδο του Μαυροκορδάτου επικεφαλής των λιγοστών επιζώντων, είπε: «Πρίγκηπα, τα χάσαμε όλα, εκτός από την τιμή». Ο Ιταλός Ντάνια τραυματισμένος κρατώντας έναν κορμό δέντρου για να μην σωριαστεί ξιφομαχούσε σκοτώντας 15 Οθωμανούς πριν λυγίσει…..Στο σημείο θανής του -έξω από μια αυλή σπιτιού – μια επιγραφή: « Εδώ έπεσε ο Ντάνια».  Περπατώντας σήμερα στο Πέτα, αυτό ακριβώς είναι που σε αναστατώνει: η πυκνότητα της μνήμης. Σε κάθε δρομάκι, σε κάθε γωνιά, σε κάθε σοκάκι, μια επιγραφή. «Εδώ έπεσε ο Ταρέλα». «Εδώ τραυματίστηκε ο Νόρμαν». Το χωριό δεν έχει ένα μνημείο —έχει δεκάδες, σκορπισμένα μέσα στην καθημερινότητά του, σαν η ίδια η γεωγραφία του τόπου να αρνείται να ξεχάσει. Δεν είναι μουσείο. Είναι χωριό που ζει πάνω σε ένα νεκροταφείο ηρώων χωρίς τάφους, όπου κάθε πέτρα του δρόμου μπορεί να είναι το σημείο όπου έσβησε μια ζωή είκοσι, είκοσι πέντε χρονών, κάποιου που ήρθε από τη Στουτγκάρδη ή το Τορίνο για να πεθάνει εδώ, άγνωστος, για μια ιδέα. Το ιστορικό αποτύπωμα της δόξας. Αυτό είναι, νομίζω, το πραγματικό «αποτύπωμα του 1821» στην Άρτα: όχι ένα μνημείο κεντρικό και μεγαλόπρεπο, αλλά μια διάχυτη μνήμη, γραμμένη πάνω στο ίδιο το έδαφος που περπατάς. Δυο σημαντικοί άνθρωποι του σήμερα στο Πέτα , ο Γιώργος Κακαριάρης και η Ανδριανή Οικονόμου που ηγούνται συλλόγων για την ισχυρή ιστορική μνήμη του Πέτα  μου αφηγούνται σε ένα συγκλονιστικό οδοιπορικό γύρω απ’ το χωριό τι έγινε, πως συνέβη η σφαγή, αν προδόθηκε η κρίσιμη μάχη και ποιος πρόδωσε τον αγώνα, τι χρυσάφι ιστορικής αλήθειας κουβαλά κάθε κάτοικος στο Πέτα που μπορεί να μην γνωρίζει πως αυτό το τόσο δα χωριό ενέπνευσε τον Βίκτωρα Ουγκώ, τους Φιλέλληνες της Ευρώπης, τις Μεγάλες Δυνάμεις, τη διεθνή διανόηση κι έστειλε τα αθέατα περιστέρια της ειρήνης να στέρξουν για την απελευθέρωση της πατρίδας. Δίνουμε χειραψία ευγνωμοσύνης στον βουλευτή της Ν.Δ Γιώργο Στύλιο που ενισχύει την ιστορική αλήθεια κι αναδεικνύει με πολλούς τρόπους αυτή την ξεχωριστή θυσία που δεν ζητά θαυμασμό αλλά σιωπή μια εσωτερική συστολή σε κάτι που μπορεί να σου ανήκει αν είσαι Αρτινός κι αυτό μπορεί να σε λυτρώσει από την ακατάσχετη χυδαιότητα των καιρών μας.  Η Βυζαντινή Άρτα σου δίνει τη μεγαλοπρέπεια —τους θόλους, τους κίονες, την Παρηγορήτισσα να στέκεται αγέρωχη πάνω από την πόλη. Το Κομπότι και το Πέτα σου δίνουν κάτι πιο σκληρό και πιο ανθρώπινο: την απόδειξη ότι η ελευθερία δεν χαρίστηκε , αλλά πληρώθηκε αιμάτινα , χωριό-χωριό, όνομαόνομα, από ανθρώπους —Έλληνες και ξένους— που δεν έζησαν αρκετά για να δουν τι θα γεννούσε η θυσία τους. Φεύγοντας από την Άρτα, δεν κουβαλάς μόνο εικόνες βυζαντινών τρούλων. Κουβαλάς και τα ονόματα του Ταρέλα  του Νόρμαν και του Ντάνια , χαραγμένα σε πέτρες. Ππου δεν τα ζήτησαν ποτέ οι ίδιοι για να γίνουν διάσημοι.  Κι αυτό, ίσως, είναι το πιο ειλικρινές μνημείο που μπορεί να έχει μια πόλη: όχι το μάρμαρο που λάμπει, αλλά το χώμα που θυμάται.

Πέτρος Κασιμάτης

 

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο!