Οι ΗΠΑ ήραν, προσωρινά, τις κυρώσεις στο Ρωσικό πετρέλαιο
Η απόφαση των ΗΠΑ να άρουν τις κυρώσεις για το ρωσικό πετρέλαιο που βρίσκεται ήδη σε δεξαμενόπλοια στη θάλασσα μέχρι τις 11 Απριλίου 2026, φαίνεται ότι έχει δυσαρεστήσει πολλές χώρες της ΕΕ οι οποίες υποστηρίζουν ότι η συγκεκριμένη απόφαση «θα στηρίξει την ρωσική πολεμική οικονομία». Μάλιστα, οι Financial Times ανέφεραν , με σχετικό τους δημοσίευμα, ότι η Ρωσία κερδίζει έως και 150 εκατομμύρια δολάρια την ημέρα σε επιπλέον έσοδα από τον προϋπολογισμό από τις πωλήσεις πετρελαίου.
Η απόφαση των ΗΠΑ
Ο Υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, δήλωσε ότι οι ΗΠΑ εγκρίνουν προσωρινά ένα «στενά προσαρμοσμένο, βραχυπρόθεσμο μέτρο» που θα επιτρέψει στις χώρες να αγοράζουν ρωσικό πετρέλαιο «που βρίσκεται επί του παρόντος στη θάλασσα», προκειμένου να προωθηθεί η σταθερότητα στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας.
Σχετική ανακοίνωση για το θέμα υπήρξε στις 12 Μαρτίου και από το Γραφείο Ελέγχου Ξένων Περιουσιακών Στοιχείων των ΗΠΑ (OFAC).
Αντιδράσεις
Η απόφαση των ΗΠΑ να χαλαρώσουν τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας σε συνδυασμό με την αυξημένη τιμή πώλησης του πετρελαίου, υποστηρίζουν κύκλοι της ΕΕ θα «παρέχουν στη Ρωσία μεγαλύτερη ευελιξία στήριξης της εγχώριας οικονομίας».
Σε αυτή την κατεύθυνση, οι Financial Times σε δημοσίευμά τους, ανέφεραν ότι η Ρωσία έχει ήδη κερδίσει περίπου 1,3 έως 1,9 δισεκατομμύρια δολάρια από φόρους επί των εξαγωγών πετρελαίου μετά το ουσιαστικό κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ.
Η Βρετανική εφημερίδα υπολογίζει ότι η Ρωσία θα μπορούσε να κερδίσει έως και 4,9 δισεκατομμύρια δολάρια σε συνολικά πρόσθετα έσοδα μέχρι τα τέλη Μαρτίου 2026, υποθέτοντας ότι οι τιμές του ρωσικού αργού πετρελαίου στα Ουράλια κυμαίνονται κατά μέσο όρο περίπου στα 70 με 80 δολάρια το βαρέλι αντί να παραμείνουν στον μέσο όρο των δύο προηγούμενων μηνών, περίπου 52 δολάρια το βαρέλι.
Επίσης, το Reuters στις 12 Μαρτίου ανέφερε πως υπολόγισε ότι ο φόρος εξόρυξης ορυκτών της Ρωσίας μόνο επί της παραγωγής αργού πετρελαίου, αν οι τιμές παραμείνουν κοντά στα τρέχοντα επίπεδα, θα μπορούσε να αποφέρει περίπου 7,43 δισεκατομμύρια δολάρια από 3,9 δισεκατομμύρια δολάρια τον Ιανουάριο του 2026 και τα αναμενόμενα 3,7 δισεκατομμύρια δολάρια τον Φεβρουάριο του 2026.

