Ναταλία Μορελεόν: Μια γρήγορη Πόρσε που τρέχει με 200χλμ στο αντίθετο ρεύμα της εθνικής οδού

08.07.2025

Του Πέτρου Κασιμάτη

Ναι, ήταν ένα πολύεδρο διαμάντι στην ιχνηλάτηση της αληθινής λογοτεχνίας. Ένας ταχύτατος σολομός που πήγαινε πάντα στο αντίθετο ρεύμα του ποταμού. Μια γρήγορη μαύρη Πόρσε που ο οδηγός της έβαζε στοιχήματα για να δώσει κι άλλο οξυγόνο στη ζωή του.

Η Ναταλία Μορελεόν δεν υπήρξε ένα φτωχόπαιδο που προσπάθησε να πλουτίσει. Αλλά ένα πλουσιόπαιδο που επιδίωξε να γίνει φτωχό…..

Μια μέρα απολαμβάνοντας τον καφέ μας στην Αθήνα, με ρωτά:

-Πως γράφονται αυτά τα ποιήματα σου ; Ποια είναι τα συστατικά τους;

-Αίμα, συμπυκνωμένη συγκίνηση, σπαράγματα και καταρράκτες δακρύων-της είπα.

-Μόνον έτσι γράφεται η αληθινή ποίηση. Γι αυτό μου αρέσουν-απάντησε.

Τι εξαίσια εμπειρία. Να μιλώ με τη Ναταλία Μορελεόν στο Μεξικό το πυκνόφυλλο. Τότε στο μικρό σαλονάκι του σπιτιού της στο Μέξικο -σίτυ. Το βράδυ είχε γύρει σαν φτερό περιστεριού και η μορφή της στο πλάι χωρίς κανένα μυστήριο μοιάζει περιχυμένη ευδαιμονία. Ένας θαυμάσιος κήπος της σιωπής κάθε φορά τα λόγια της . Μιλά απλά κι ακριβολογεί. Λέει για τον Ερωτόκριτο και τον Βιτσέντζο Κορνάρο, για τον Ρίτσο που λάτρεψε ,για τον Σεφέρη που διαφωνούμε μα ας είναι- λέει μελίρρυτα λόγια για τον Ελύτη . Οι φοιτητές από το Ουνάμ είναι πάντα δίπλα της ορατοί και αόρατοι. Τόσα χρόνια τους προσέχει με στοργή και τρυφερότητα σαν τους γιούς της. Παραδίπλα ένας μυστηριώδης , σιωπηλός μα εκκωφαντικός Πικάσο μας παρατηρεί. Αντίδωρο στην οικογένεια της για μια βαθιά πράξη καλοσύνης.

«Μην πεις σε κανέναν γι αυτό. Αν το μάθουν οι συμμορίες θα μπουν στο σπίτι να με αποτελειώσουν και να τον αρπάξουν».

Μου λέει για τη συνάντησή της την πρώτη με τον Ρίτσο .Για την κυρά των Αμπελιών .Για το μικρό διαμέρισμα του στα Πατήσια στην οδό Κόρακα 8 εκεί όπου κατοικούσε ο μεγάλος ποιητής. Τι συγκίνηση στα μάτια της… «Είναι ο αγαπημένος μου» -μου είχε πει.

Σκέπτομαι πως είχε αφαιρεθεί . Οι κόρες της κρυσταλλώνουν σαν την πάχνη στα χειμωνιάτικα τζάμια. Σε όλες τις στιγμές της είναι ένας γλυκός άνθρωπος. Δεν ξέρω αν είναι ευτυχισμένη ,αλλά όταν βρίσκει καταφύγιο στα βιβλία που αγαπά ξεφωνίζει από ενθουσιασμό….Είμαστε στο Μεξικό.

Μπαίνει στο μικρό  της δωμάτιο-καταφύγιο , στο γραφείο της που είναι ζεστό και καθόλου πολυτελές. Εκεί μπροστά στα μάτια της γιγαντώθηκε η Ελλάδα που λάτρευε. Ο Παράδεισος των γραμμάτων , η κόλαση των ανθρώπων. Ο Πίνδαρος έγραφε πως ο άνθρωπος είναι το όνειρο μιας σκιάς. Η Ναταλία ήξερε πως είναι Ελληνίδα, αλλά ήθελε να γίνει κι άλλο!!.

Η Μεξικανή Ναταλία πίστευε πως ήταν Ελληνίδα εν εξορία.

Πόσο ευτύχησε όταν πήρε την πολυπόθητη βεβαίωση Ελληνικής ιθαγένειας!!! Η ίδια ήταν φλογερή Ελληνίδα πριν τα χαρτιά , τις υπογραφές , τη γραφειοκρατία και την τιμή!!.

Μιλάγαμε σχεδόν μεταφυσικά. Όπως τότε σε μια φιλοξενία της σε ένα σπίτι Κρητικού ευπατρίδη στο Ρέθυμνο. Την αγαπούσαν βαθιά. Την κάλεσαν το βραδάκι – ο οικοδεσπότης και η γυναίκα του- για δείπνο. Μου περιέγραφε ένα μακρύ τραπέζι και σε κάθε κάθισμα κάθονταν οι φίλοι της οικογένειας , όλοι γλυκείς, μαυροφορεμένοι , με τις γενειάδες τους , οι γυναίκες με μαζεμένα τα μαλλιά σαν Καρυάτιδες, αλλά το φως όπως μου έλεγε που αχνοφώτιζε τα πρόσωπα τους έφερε ξάφνου στο νου τα πνευματικά συμπόσια του Θεοτοκόπουλου. Μου είπε:

«Πέτρο σαν να ήταν μορφές του Ελ-Γκρέκο με τις περιποιημένες γενειάδες , το φως των κεριών και τη μεταφυσική που ξεχυνόταν από παντού».

Αξέχαστο το ποδοσφαιράκι που παίξαμε σε ένα χωριό του Μεξικού λίγο μετά από μια θρησκευτική  λιτανεία . Αξέχαστο -γι αυτήν – το ταξίδι της στο σπίτι μου στην Κέα στην άκρη ενός θαλασσινού. γκρεμού.

Μου χαμογελούσε με χωρατά λέγοντάς μου πως έχει μεταφράσει από Βιτσέντσο Κορνάρο μέχρι Πέτρο Κασιμάτη. Γέλια πολλά τότε. Και εγώ φούσκωνα από υπερηφάνεια -χωρίς δυστυχώς να θυμάμαι τον Εκκλησιαστή: « Ματαιότης ,ματαιοτήτων  τα πάντα ματαιότης».

Χωρίς να θυμάμαι τον Ελύτη που έγραφε: «Πιο κοντός απ’ τη λύπη του ο άνθρωπος».

Η Ναταλία που γνώρισα σπαρταρούσε από ζωή. Ήταν ευγενής,  επαναστάτρια και ευπατρίδης. Οδηγούσε σχεδόν πάντα στο αντίθετο ρεύμα γιατί δεν της άρεσε η υποταγή.

Πως αλλιώς; Απόγονος των Μάγια και των Ολτέκων.

Δεν έκανε λεφτά.

Δεν έζησε στις πολυτέλειες.

Δεν είχε έπαρση

Δεν είχε ξιπασμό.

Είχε ταλέντο , έρωτα για τον πολιτισμό μας και διάχυτη καλοσύνη.

Κι αυτός ήταν ο απόλυτος θρίαμβος της.

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο!