Σάββατο, Νοέμβριος 28, 2020
16/11/2020

Τραμπ ή Μπαϊντεν; Τι συμφέρει τελικκά την Ελλάδα

Γράφει ο Βασίλειος Πολίτης Διεθνολόγος και ναύαρχος ε.α

Το εκλογικό αποτέλεσμα των αμερικανικών εκλογών της 3ης Νοεμβρίου έχει επιφέρει μία αναστάτωση στην ελληνική κοινή γνώμη και μία διάσταση απόψεων στα περισσότερα από τα ΜΜΕ στο ποιος από τους δύο υποψήφιους Προέδρους θα ήταν τελικά ο καλύτερος να εκλεγεί για την Ελλάδα. Πολλά Ελληνικά ΜΜΕ δε, βιάστηκαν να αποκαλέσουν τον πιθανό νέο Πρόεδρο Μπάϊντεν χαϊδευτικά «Μπαιντενόπουλο», λόγω της μεγάλης αγάπης που έχει δήθεν για την Ελλάδα και τους Έλληνες και να διακηρύττουν καθημερινά ότι οι Ελληνοαμερικανικές σχέσεις μπαίνουν πια σε μια άλλη τροχιά και άλλα πολλά τέτοια σχόλια, που βέβαια για κάποιον που έχει εντρυφήσει με τα αμερικανικά δρώμενα απέχουν πολύ της πραγματικότητας και αποτελούν μόνο ευσεβείς πόθους για την ανεύρεση «υπερπόντιου σωτήρα» και υπερασπιστή απέναντι σε μία Τουρκία που συνεχίζει ακάθεκτη την υλοποίηση των στρατηγικών της σχεδίων.

Το πιο σημαντικό βέβαια είναι ότι πολλοί βιάστηκαν να ετυμηγορήσουν και για το αποτέλεσμα, ενώ είναι ακόμα σε εξέλιξη ένας δικαστικός αγώνας που έχει ξεκινήσει η πλευρά Τράμπ, επί του παρόντος σε πολιτειακό επίπεδο (Μίσιγκαν, Πενσυλβάνια), όπου υπάρχουν βάσιμες κατηγορίες και μαρτυρίες για νοθεία. Αν τελικά οι κατηγορίες αυτές έχουν υπόσταση, η δικαστική διαμάχη θα μεταφερθεί στο Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο, όπου τα πράγματα περιπλέκονται αρκετά λόγω του ότι η πλειοψηφία των δικαστών ελέγχεται από τον απερχόμενο Πρόεδρο Τράμπ.Και μην ξεχνάμε ότι στις εκλογές του 2000 ο Δημοκρατικός Αλ Γκορ νίκησε, αλλά μετά από 33 ημέρες μια επανακαταμέτρηση στην Φλόρινταέδωσε τελικά την νίκη στον Τζωρτζ Μπους.
​Τι μπορεί να αλλάξει λοιπόν αν τελικά επικρατήσει ο Μπάϊντεν και γίνει ο νέος Πλανητάρχης; Πιθανόν η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ να ακολουθήσει θεσμικούς δρόμους και θεσμικές διαδικασίες που σημαίνει κατ’ αρχήν τηνεπιστροφή στην κανονικότητα κάτι που ευνοεί αναντίρρητα την ελληνική πλευρά. Μπορεί ο Ερντογάν να απολάμβανε της εμπιστοσύνης και της σχετικής ασυλίας του Τράμπ αλλά στην γραφειοκρατία του Πενταγώνου και του Αμερικανικoύ ΥΠΕΞ (Department of State) υπήρχεσοβαρή έλλειψη εμπιστοσύνης και δυσαρέσκειας απέναντι σε έναν κατ’ επίφαση Σύμμαχο για τον οποίον υπάρχουν ισχυρές αποδείξεις για τις δοσοληψίες του με τον ISIS, το Ιράν, την Σομαλία, την Βενεζουέλα, την Ρωσία με τους S-400 και για πολλές άλλες σκοτεινές υποθέσεις που αρκετές έχουν πάρει τον δρόμο της δικαιοσύνης. Κάτι επίσης που έχει πειράξει πολύ τους Αμερικάνους στρατιωτικούς και διπλωμάτες είναι ότι οι Κούρδοι που τους βοήθησαν κατά τον πόλεμο με τον ISIS, ο Τράμπ τους «πούλησε» αποσύροντας τα αμερικανικά στρατεύματα από τα εδάφη τους εν μία νυκτί λόγω των πιέσεων του Ερντογάν. Τέλος οΜπάϊντεν πιθανόν να οδηγήσει τις ΗΠΑ ξανά πιο κοντά στον άξονα συνεργασίας με την ΕΕ και το ΝΑΤΟ και ίσως να πάρει πιο σθεναρή στάση όσοναφορά την επιβολή κυρώσεων στην παραβατικήΤουρκία.

Όμως αποτελεί ευσεβή πόθο να νομίζουν κάποιοι Έλληνες ότι οι ΗΠΑ είτε με Τράμπ είτε μεΜπάϊντεν θα έπαιρναν το μέρος της Ελλάδος σε μία ενδεχόμενη Ελληνοτουρκική σύγκρουση. Είναι αυταπάτη αν πιστεύει κάνεις ότι οι Αμερικανοί θα έστελναν στρατιωτικές μονάδες ή πλοία για να σταματήσουν την τουρκική επιθετικότητα ή για να αποτρέψουν τα τουρκικά πλοία γεωτρύπανα-ερευνητικά που συνεχίζουν τις παράνομες έρευνες μέσα στην Ελληνική ΑΟΖ και το Αιγαίο. Για τις ΗΠΑ η Τουρκία ήταν και θα είναι μια χώρα η οποία διατηρεί διαχρονικά υψηλή την γεωπολιτική της αξία στο χρηματιστήριο της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής και δεν θέλουν να την χάσουν από σύμμαχο διατηρώντας έτσι, όσο το δυνατόν, ίσες αποστάσεις μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Η νέα κυβέρνηση των ΗΠΑ όποια κι αν είναι, θα πρέπει να αντιμετωπίσει την νέα απειλή Ερντογάν για σύσταση μουσουλμανικού ΝΑΤΟ, που αυτό αποτελεί πραγματικά απειλή για τον Δυτικό κόσμο.

​Οι Αμερικανοί ψήφιζαν και ψηφίζουν για το πως θα κυβερνηθεί η Αμερική και ενδιαφέρονταιπρωτίστως για το πως θα εκπροσωπηθούν καλύτερα τα συμφέροντά τους. Η εξωτερική πολιτική τους σε γενικές γραμμές δεν αλλάζει όποιος και να βγει Πρόεδρος. Ο κάθε Πρόεδρος παραδοσιακά φροντίζει πάντα για τα συμφέροντα των Αμερικανών και των μεγάλων πολυεθνικών εταιριών που βρίσκονται στο έδαφος τους και δεν περιπλέκεται σε συναισθηματικές ιστορίες «αγάπης» με κράτη όπως είναι η Ελλάδα σε περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων. Αυτό μάλιστα το διαπιστώσαμε πρόσφατα και με την υπογραφή συμφωνίας πολλών εκατομμυρίων δολαρίων της Αμερικανικής Boeing με την TurkishAerospace Industrial ή όταν το State Departmentυπέβαλλε αναφορά στο Κογκρέσο στην οποία ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχουν παραβιάσεις από πλευράς Τουρκίας στον εναέριο χώρο της Ελλάδας μεταξύ 6-10 ναυτικά μίλια παρακάμπτοντας τους οποίους κανονισμούς του ICAO. ​

Αυτό που θα πρέπει να καταλάβουμε εμείς σαν Έλληνες είναι ότι στα 220 εκατομμύρια Αμερικανών ψηφοφόρων υπάρχουν 3,5 εκατομμύρια Ελληνοαμερικάνοι Ρεπουμπλικάνοι και Δημοκράτες που ψηφίζουν για Πρόεδρο, ένας αριθμός όχι ευκαταφρόνητος. Ένας αριθμός ψηφοφόρων που βγάζει περίπου 22 Πολιτειακούς και Ομοσπονδιακούς Γερουσιαστές που μπορούν να επηρεάσουν καταστάσεις και αποφάσεις. Ας εκμεταλλευτούμε κατάλληλα λοιπόν τους πολιτειακούς και ομοσπονδιακούς Γερουσιαστές Ελληνικής καταγωγής, ανεξαρτήτως κόμματος όπως ο Λου Ραπτάκης, ο Τζον Σαρμπάνης, ο Φίλιπ Κρίστοφερ, η Νικόλ Μαλλιωτάκη, μαζί και με άλλους Ελληνοαμερικανούς παράγοντες όπως ο ιερέας Άλεξ Καρλούτσος, ο Πρόεδρος των ομογενειακών σωματείων Πέτρος Γαλάτουλας, οι επιχειρηματίες Γκάτσος, Λογοθέτης, Τσιούνης και Λυμπέρης που πρόσκεινται στον πιθανόν νέο Πρόεδρο Μπάϊντεν για να προωθήσουν τα συμφέροντα της Ελλάδας όσο το δυνατόν καλύτερα. Αυτό όμως βέβαια προϋποθέτει μία Ελλάδα που στέκεται μόνη στα πόδια της , δεν αναζητεί συνεχώς προστάτες και σωτήρες από το εξωτερικό για να υπερασπιστεί τα δίκαια της, έχει υψηλή αποτρεπτική ισχύ και χρησιμοποιεί την δύναμη της ομογένειας μόνο ενισχυτικά για τα στρατηγικά της σχέδια που δυστυχώς σήμερα δεν υπάρχουν καθόλου.

logo

Εγγραφείτε στο Newsletter μας